Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΟΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΟΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Ένας ακόμη ΗΡΩΑΣ

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Απαγχονίστηκε σαν σήμερα.ΑΘΑΝΑΤΟΣ

Γεννήθηκε στην Τσάδα, Πάφου, στις 27 Φεβρουαρίου, 1938. Το 1949, η οικογένεια του μετακόμισε στο Κτήμα.


Σαν μαθητής του Γυμνασίου από το 1950, έζησε έντονα τους δύσκολους καιρούς που περνούσε η Κύπρος στην προσπάθεια της να κρατήσει το ελληνικό λάβαρο της ελευθερίας ψηλά, ζώντας κάτω από τον ζυγό του άγγλου κατακτητή που δήλωνε απερίφραστα ότι "ουδέποτε" θα έδιδε την ελευθερία στους κυπρίους. Πίστευε ακράδαντα στον...δίκαιο του αγώνα της Κύπρου και η όλη πορεία του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα, στα 13 του χρόνια, από το ιστορικό Δημοψήφισμα του 1951 με την αξίωση των ελλήνων κυπρίων για Ενωση με την μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα.


Την 1 Ιουνίου 1953 (15 ετών), παραμονή της στέψης της βασίλισσας των Αγγλων κατακτητών Ελισάβετ Β', και με αφορμή την ανάρτηση της Αγγλικής σημαίας στη θέση της Ελληνικής στο Ιακώβειο Γυμναστήριο στην Πάφο, οργανώνεται διαδήλωση διαμαρτυρίας από τους μαθητές. Ο Ευαγόρας ανναρριχήθηκε στον ιστό και υποβίβασε την σημαία του κατακτητή.

Στις 16 Μαρτίου 1955 (17 ετών), πρωτοστάτησε σε διαδηλώσεις εναντίον της δίκης των 13 κρατουμένων σχετικά με την μεταφορά όπλων στις 25 Ιανουαρίου με το πλοιάριο "Αγ. Γεώργιος". Τον Απρίλιο 1955 ορκίστηκε μέλος της Ε.Ο.Κ.Α.

Στις 19 Ιουνίου 1955 έλαβε μέρος στην ανατίναξη των δικαστηρίων της Πάφου.

Στις 17 Νοεμβρίου 1955 συνελήφθηκε για την προσπάθεια του να προστατεύσει συμμαθητή του που είχαν δεμένο και κτυπούσαν δύο Αγγλοι στρατιώτες. Κατηγορήθηκε και αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση μέχρι την δίκη που θα γινόταν στις 6 Δεκεμβρίου.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1955 (17 ετών) πήγε αντάρτης στα βουνά της Πάφου. Ηταν μια καλά προετοιμασμένη ενέργεια, αποτέλεσμα σοβαρού προβληματισμού και έντονων αισθημάτων, για τους ανθρώπους που αγαπούσε, για τα ιδανικά του, για την πατρίδα του, και για την λατρεία του για την ελευθερία, που αποτύπωσε στο πηγαίο του ποίημα ΛΕΥΤΕΡΙΑ και που αφησε σαν αποχαιρετηστήριο στους συμμαθητές του :


Το βάπτισμα του πυρός πήρε στην επίθεση κατά του Αστυνομικού Σταθμού Δρούσειας λίγο πριν τα Χριστούγεννα 1955, και η δράση του συνεχίστηκε στους επόμενους 12 μήνες στα χωριά της Πάφου, στο Κτήμα, μετά στη Λευκωσία, και πίσω στην Πάφο, στα χωριά Τάλα, Τσάδα, Λυσό, Κινούσα, Πωμό, Πολέμι, Παναγιά, και Χόλη.

Την νύκτα της 18 Δεκεμβρίου 1956 (18 ετών) συνελήφθηκε από τους Αγγλους μαζί με άλλους συντρόφους του μεταφέροντας οπλισμό κοντά στο χωριό Λυσός στην Πάφο.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1957 κατηγορήθηκε για μεταφορά πυροβόλου όπλου (bren-gun), αψηφώντας τις επιπτώσεις παραδέχτηκε ενοχή, και καταδικάστηκε σε θάνατο.

Της καταδίκης ακολούθησαν πολλές διαμαρτυρίες τόσον από την Κύπρο όσο και από το εξωτερικό. Εγινε αίτηση χάριτος προς την βασίλισσα των Αγγλων κατακτητών, αλλά στην "τρυφερή" καρδιά της 30-χρονης μητέρας και βασίλισσας δεν βρέθηκε εκείνο το ίχνος ανθρωπιάς που χρειαζόταν για να δώσει χάριν. Και καλύτερα έτσι! Γιατί ο Ευαγόρας, η ψυχή της Κύπρου, ποτέ δεν θα άντεχε τον οίκτο του κατακτητή, ... την ντροπή της χάριτος. Γιατί ο "Βαγορής" διψούσε για τον θάνατο που φέρνει λευτεριά, ... γιατί ο χείμαρρος που λέμε "Βαγορή" έπρεπε να ακολουθήσει την μοιραία του πορεία προς την ελευθερία και την αθανασία.

Ο Βαγορής απαγχονίστηκε τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957.
Ηταν 18 ετών.
Καλό Παράδεισο φίλε συναγνιστή και αδερφέ μας.

Πηγή πληροφοριών:: http://www.erevos.com

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Γρηγόρης Αυξεντίου, ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ




(Ακριβές αντίγραφο απ' τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου 1957):

- Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.
Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.
Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : " Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε ". Κάποιος απήντησε : " Καλά παραδιδόμαστε ". Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν " Μολών λαβέ ".
Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα.
Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.
Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.





(Αποσάσματα απο το ποίημα ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ που έγραψε ο Γιάννης Ρϊτσος για τον Γρηγόρη Αυξεντίου, 5-25 Μαρτίου 1957):

" Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου - το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
" Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "

και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο - μην το ξεχάστε, σύντροφοι -
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.



( Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ' το δυνατό σαγόνι της κ' είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : " Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου ". Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου. )

---------------------------------------------------------

«Εκείνο το "ΟΧΙ" δεν το επανέλαβε η ηχώ, ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει».
Κωστας Μόντης (αναφερόμενος στην άρνηση του Γρηγόρη Αυξεντίου να παραδοθεί).

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΛΥΓΙΣΕ Η ΑΓΧΟΝΗ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ, ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ, ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΙΧΑΗΛ


9 Αυγούστου 1956. Ο γαλανός ουρανός της μεγαλονήσου μας μαύρισε για άλλη μια φορά, θρηνώντας τρία παλικάρια που δεν τα φόβιζε ο θάνατος γιατί θεωρούσαν τη ζωή περιττή μέσα στη σκλαβιά. Τρεις νέοι Έλληνες και μπροστά τους μόνο η αγχόνη και το φως της λευτεριάς που δεν μπορούσαν να του αντισταθούν. Ανδρέας Ζάκος, Ιάκωβος Πατάτσος, Χαρίλαος Μιχαήλ.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ:
Ο Ανδρέας Ζάκος είδε το φως της σύντομης γι' αυτόν ζωής πάνω στη γη το 1932 (12 Νοεμβρίου) στο χωριό Λινού. Ωστόσο μεγάλωσε στο χωριό Λεύκα. Φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο στη Λευκωσία και αποφοίτησε τελικά από την Ελληνική Σχολή Σολέας. Γονείς του οι Χαρίλαος και Αφροδίτη Ζάκου και αδέλφια οι Γεώργιος, Αδόλφος, Αστέρω και Ευρούλα. Εργαζόταν σχεδιαστής στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία στο Ξερό, όταν άρχισε η ΕΟΚΑ την επαναστατική της δράση για Ελευθερία της Κύπρου και Ένωσή της με την Ελλάδα. Ήταν αγνός και ενθουσιώδης ιδεολόγος. Φιλοσοφούσε τη ζωή, λέγοντας ότι, αν είναι να προσφέρει ο άνθρωπος τη ζωή του για τα πιστεύω του, αξίζει να το κάνει ενόσω είναι νέος.

" Αγαπητέ αδερφέ, όταν θα πάρεις το γράμμα μου αυτό, θα έχω φύγει για πάντα. (Υπάρχει κανείς που θα μείνει;) Η ώρα του θανάτου πλησιάζει. Μα στην ψυχή μας φωλιάζει η ηρεμία. Τη στιγμή αυτή ακούμε την Ηρωική Συμφωνία του Μπετόβεν. Στη θέση που βρισκόμαστε τώρα, ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε ν' ανακαλύψουμε πού υπάρχει τραγωδία στο θάνατο. Τότε μόνο θα αισθανόμουν λύπη, αν ήξερα ότι θα μπορούσα να μείνω πάντα νέος και αθάνατος, αν απέφυγα την εκτέλεση. Νομίζω πως με την εκτέλεση θα μείνω πάντα νέος κι αθάνατος. Πρώτα ή ύστερα θα έπρεπε να διαθέσω τη ζωή μου. Δεν βλέπω πιο κατάλληλη στιγμή από την τωρινή για να το κάμω. Δίνε θάρρος στην οικογένεια. Προσπάθησε να παρηγορήσεις τη μητέρα μας. Ο πρώτος της γιος από τώρα και στο εξής θα είσαι εσύ και όχι εγώ.
Σε φιλώ,
Ο αδερφός σου Ανδρέας"


Τα πιο πάνω έγραφε στο τελευταίο του γράμμα προς τον αδελφό του ο 25χρονος Αγωνιστής Ανδρέας Ζάκος λίγο προτού οδηγηθεί στην αγχόνη και περάσει στο πάνθεο των αθάνατων αγωνιστών της κυπριακής Ελευθερίας.

Ξεχώριζε για το ήθος, την ευγένεια και την προσήλωσή του στα ελληνικά ιδεώδη. Σε νεαρή ηλικία πρωτοστάτησε στην ίδρυση και λειτουργία ελληνικών σωματείων στην περιοχή της Σολιάς. Ο Ζάκος ήταν μια ευγενική ψυχή. Του άρεσε η μουσική, οι ξένες γλώσσες, η μελέτη της Ιστορίας της πατρίδας του. Πού να το φανταζόταν πως και ο ίδιος θα γινόταν κάποια στιγμή μέρος αυτής της Ελληνικής Ιστορίας;
Ο μεγαλύτερός του αδελφός Γεώργιος υπήρξε ένας από τους πυρήνες της ΠΕΟΝ, μια από τις προεπαναστατικές ενέργειες της οποίας ήταν και η δολιοφθορά στα ηλεκτροφόρα καλώδια της Αρχής Ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα τη συσκότιση της Λευκωσίας και τη διάλυση των εορταστικών εκδηλώσεων για τη στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ στο Κυβερνείο το Μάιο 1953. Ο Γιώργος προσπαθούσε να κρατήσει μακριά από τα μυστικά της Οργάνωσης το φλογερό αδελφό του Ανδρέα, ο οποίος όμως εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ με το ξεκίνημα του αγώνα και όργωσε την περιοχή Λεύκας-Πύργου, ετοίμασε κρησφύγετα και στρατολόγησε άνδρες ως μέλη της ΕΟΚΑ. Για να μπορεί απερίσπαστα να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αγώνα, ο Ανδρέας κατέφυγε σε ανταρτική ομάδα στην περιοχή της Γαληνής, όπου επιδόθηκε σε αναγνωρίσεις στόχων για μελλοντικές επιθέσεις και δολιοφθορές, σύμφωνα με οδηγίες του Αρχηγού Διγενή.
Με την ομάδα του Μάρκου Δράκου στις 15 Δεκεμβρίου 1955 έστησαν ενέδρα στο Μερσινάκι, κοντά στους αρχαίου Σόλους σε ένα αγγλικό τζιπ. Κατά τη σύγκρουση που ακολούθησε σκοτώθηκε ένας άγγλος και ο πρώτος νεκρός της ΕΟΚΑ σε μάχη ο Χαράλαμπος Μούσκος. Ο Μάρκος δράκος κατάφερε να διαφύγει τραυματισμένος, ενώ οι Ανδρέας Ζακος και Χαρίλαος Μιχαήλ καθηλώθηκαν από τον Άγγλο ταγματάρχη Κουμπ και τελικά συνελήφθησαν. Ο Ανδρέας Ζάκος ήταν τραυματισμένος ενώ ο Μιχαήλ όχι αλλά αρνήθηκε να φύγει και να αφήσει τον φίλο του τραυματισμένο.
Ανάμεσα στον Κουμπ και τον Ζάκο μεσολάβησε μια στιχομυθία. Όταν ο ταγματάρχης ρώτησε τον Ζάκο γιατί τους πυροβόλησαν αυτός απάντησε: «Είμαι Έλληνας και αγωνίζομαι για την ελευθερία της πατρίδας μου».
Ανάμεσα σε άλλα λίγο πριν τον απαγχονισμό γράφει στον πατέρα του στις 7 Αυγούστου:

"Όπως σας είπα αφού είμαστε χριστιανοί, πιστεύουμε στην Ουράνια βασιλεία και δεν πρέπει να μας φοβίζει ο θάνατος. Εξάλλου εμείς έχουμε το πλεονέκτημα να ξέρουμε την ώρα του θανάτου μας και έτσι να προπαρασκευαστούμε".

Κατά τη διάρκεια της δίκης και της παραμονής του στο κελί των μελλοθανάτων ο Ανδρέας Ζάκος επέδειξε σπάνια ψυχικά χαρίσματα. Την καταδίκη του σε θάνατο από τον Άγγλο δικαστή Σω, άκουσε με απόλυτη ψυχραιμία. Ο ίδιος έδινε θάρρος στους γονείς και συγγενείς του μέχρι την τελευταία στιγμή. Η τελευταία του επιθυμία ήταν να ακούσει την ηρωική Συμφωνία του Μπετόβεν.
Ο Ανδρέας Παναγίδης έγραψε ότι ο Ζάκος και οι άλλοι πέθαναν με υπερηφάνεια. Τραγουδούσαν μισή ώρα πριν εκτελεστούν και την ώρα της εκτέλεσης φώναζαν υπέρ της ελευθερίας και της Ενώσεως.Ο Ζάκος είδε με θάρρος το θάνατο στα μάτια. Δε λιγοψύχησε ούτε μια στιγμή. Δε ζήτησε να τον λυπηθούν. Αντίθετα, απαίτησε να γίνει όσο το δυνατό πιο γρήγορα η εκτέλεσή του. Είπε μάλιστα στους φρουρούς του "εκείνος που θα κάνει τη δουλειά (δηλαδή ο δήμιος), να την κάνει όσο γίνεται γρηγορότερα". Ως τελευταία επιθυμία, σύμφωνα με μαρτυρία Άγγλου φρουρού, ζήτησε να διαβιβαστεί στον Αρχηγό της ΕΟΚΑ Διγενή το μήνυμα να συνεχίσουν τον Αγώνα μέχρι την απόκτηση της ελευθερίας. Κι όταν οι Άγγλοι του είπαν πως τέτοιο μήνυμα δεν είναι δυνατό να διαβιβασθεί αυτός χαμογέλασε και είπε με σιγουριά ότι "κάποιος θα βρεθεί να το διαβιβάσει".

Λίγο πριν τον απαγχονισμό του Ζάκου και του Μιχαήλ (αλλά και του Ιάκωβου Πατάτσου που οδηγήθηκε στην αγχόνη την ίδια μέρα) μέλη της ΕΟΚΑ απήγαγαν ένα Βρετανό ηλικιωμένο πολίτη, για να ζητήσουν ανταλλαγή του με τους αγωνιστές που επρόκειτο να εκτελεστούν. Τότε ο Ζάκος, σε ένα δείγμα σπάνιας μεγαλοψυχίας για μελλοθάνατο, απηύθυνε από τις Φυλακές μήνυμα στους συναγωνιστές του καλώντας τους να αφήσουν αμέσως ελεύθερο το Βρετανό χωρίς όρους.

Αυτός ήταν ο Ανδρέας Ζάκος. Ο Αγωνιστής, ο Πατριώτης, ο Άνθρωπος!


ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ:
Ο δεύτερος ήρωας που απαγχονίστηκε στι 9 Αυγούστου ήταν ο Ιάκωβος Πατάτσος. Γεννήθηκε στη Λευκωσία την 1η Ιουλίου 1934. Γονείς του ήταν οι Ανδρέας και Ροδού Πατάτσου και η αδερφή του ήταν η Χλόη. Διακρινόταν ιδιαίτερα τόσο για τα πατριωτικά του αισθήματα όσο και γιας τη θρησκευτικότητά του. Οργανωμένος στην ΟΧΕΝ Λευκωσίας, αποτέλεσε ένα από τα πρώτα στελέχη της πρωτεύουσας, σχεδιάζοντας και εκτελώντας πληθώρα επιχειρήσεων. Τον συνέλαβαν στην τουρκική συνοικία της Λευκωσίας και τον κατηγόρησαν για επίθεση και φόνο ενός Τούρκου παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε τίποτα πάνω του ούτε όπλο ούτε άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Στην πραγματικότητα ήταν αθώος, γιατί ο Τούρκος είχε εκτελεστεί από άλλο μέλος της ΕΟΚΑ. Όμως καταδικάστηκε σε θάνατο από την ψευδομαρτυρία μιας τουρκάλας.
Την παραμονή της εκτέλεσής του τον επισκέφθηκε η μητέρα του.
«Μάνα μου δεν θέλω να λυπηθείς που θα με στερηθείς. Να σαι περήφανη και να ξέρεις πως θα βαδίσω στην αγχόνη ψύχραιμα σαν αληθινός Έλληνας. Ο Θεός είναι μεγάλος».
Ο Ιάκωβος Πατάτσος ήταν ένας σπάνιος Χριστιανός. Γνώμονα στις ενέργειές του είχε πάντα την Χριστιανική πίστη και τις χριστιανικές αρετές. Ήταν μάλιστα και κατηχητής. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ποθώ μια χριστιανική λευτερωμένη Κύπρο».
Ήταν μόλις 22 χρόνων όταν βάδισε προς την αγχόνη. Την αυγή της 9ης Αυγούστου 1956 από τις φυλακές ακούγονταν φωνές, πατριωτικά τραγούδια, ζητωκραυγές. Οι τρείς νέοι περίμεναν με ανυπομονησία τον θάνατο. Τραγουδούσαν για την Ελλάδα και την ΕΟΚΑ. Έψαλλαν για άλλη μια φορά το μεγαλείο της φυλής.
Η Χριστιανική αρετή του Πατάτσου και τό όλο αγωνιστικό του ήθος φαίνονται από τις επιστολές που έγραψε όταν ήταν φυλακισμένος. Όμως το συγκλονιστικό αποκορύφωμα , το κύκνειο άσμα του, ο Ιάκωβος Πατάτσος στο γράφει προς τη μητέρα του στις 8 Αυγούστου 1956:

«Αγαπημένη μου μητέρα, Χαίρε. Ευρίσκομαι μεταξύ αγγέλων. Τώρα απολαμβάνω τους κόπους μου. Το πνεύμα μου φτερουγίζει γύρω από το θρόνο του Κυρίου. Θέλω να χαίρεις όπως κι εγώ. Αν κλαίεις θα λυπούμαι. Το όνομά σου θα γραφτεί στην ιστορία, γιατί εδέχθης να θυσιασθεί το παιδί σου για την πατρίδα. Είναι καιρός τώρα να καμαρώσεις το παιδί σου. Ευρίσκεται εκεί ψηλά όπου ψάλλουν οι Άγγελοι. Χαίρε αγαπημένη μου μητέρα. Μην κλαίεις για να ακούσεις την αγγελική μου φωνή να ψάλλει Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε και συ μαζί μου. Ψάλλε προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σε όλην την ζωήν".

Ο Ιάκωβος Πατάτσος τελείωσε το δημοτικό σχολείο "Ελένειο" στη Λευκωσία και ήταν απόφοιτος της Σχολής Σαμουήλ. Εργαζόταν ως γραφέας στον Οίκο Παρασκευαΐδη. Ήταν μέλος της ΟΧΕΝ και εντάχθηκε στον Αγώνα πριν από το 1955. Με την έναρξη του αγώνα κατατάχθηκε σε ομάδες ρίψης βομβών και αργότερα στο εκτελεστικό Λευκωσίας. Λόγω όμως των θρησκευτικών του πεποιθήσεων προβληματιζόταν να λάβει μέρος σε εκτελέσεις.

Η δράση του στον αγώνα συνταυτιζόταν με τη θρησκεία και ό,τι έκαμνε το έκαμνε, επειδή πίστευε ότι και η ελευθερία είναι δώρο του Θεού.
Τον Ιανουάριο του 1956 συνεργάστηκε με το Σταύρο Στυλιανίδη και άλλα στελέχη της ΕΟΚΑ στην κατασκευή και τοποθέτηση βόμβας στις 20 Μαρτίου 1956 στο κρεβάτι του Κυβερνήτη Χάρντιγκ. Στις 23 Απριλίου 1956 ανέλαβε με το συναγωνιστή του Γεώργιο Παλαιολόγο την εκτέλεση ενός προδότη αστυνομικού, εναντίον του οποίου έγινε και προηγουμένως ανεπιτυχής απόπειρα. Η επίθεση έγινε έξω από τον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Σεραγίου Λευκωσίας. Η προσπάθεια απέτυχε και ο Ιάκωβος, που έπεσε από το ποδήλατό του βρέθηκε στο στόχαστρο Τούρκου ειδικού χωροφύλακα. Δεύτερος Τούρκος αστυνομικός, ο Νιχάτ Βασίφ, άρπαξε τον Ιάκωβο, οπότε ο Παλαιολόγος πυροβόλησε θανάσιμα τον Νιχάτ και τον ελευθέρωσε. Στη συνέχεια όμως το πλήθος των Τουρκοκυπρίων που προσέτρεξε τον ακινητοποίησε και συνελήφθη. Ο Παλαιολόγος κατέφυγε στο αντάρτικο και ο Πατάτσος κατηγορήθηκε για την εκτέλεση του Νιχάτ και οδηγήθηκε στην αγχόνη.
Κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης κράτησής του στα κελιά των μελλοθανάτων τόνωνε με τη θρησκευτική του πίστη τους άλλους κατάδικους, δημιουργώντας ατμόσφαιρα κατάνυξης και πνευματικής ανάτασης.
Η ψυχική δύναμη του ήρωα, φαίνεται από τα γραπτά του, όταν γνώριζε ήδη ότι θα εκτελούνταν. Στις 24 Ιουλίου 1956, γράφει:

«Αίσχος στους Άγγλους!!! Αίσχος !!! Οι Άγγλοι είναι αιμοχαρείς δυνάσται. Οι Άγγλοι είναι κτήνη. Θα τολμήσουν τα τέρατα να βάψουν ακόμη μίαν φοράν τα χέρια τους με αίμα αθώων... Όπως φαίνεται, πολύ σύντομα θα αρχίσουν οι εκτελέσεις. Ήρθε ο Ζάκος μαζί με τον Χαρίλαον. Τότε αρχίσαμε να ζητωκραυγάζομεν υπέρ της ΕΟΚΑ... Τέλος, μαζί εψάλλαμε τον Εθνικόν Ύμνον».

Ο Ιάκωβος Πατάτσος, σαν γνήσιος Έλληνας της Κύπρου, βάδισε προς τον θάνατο με ψηλά το κεφάλι. Κοινώνησε από τα χέρα του ιερέα Αντωνίου Ερωτοκρίτου και έψαλε, ενώ του περνούσαν τη θηλειά στο λαιμό (όπως βεβαιώνει ο συγκρατούμενός του Χρυσ. Παναγής), το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ»
Η μητέρα του Ιάκωβου αναφέρει: «Θυμούμε την τελευταία φορά που επήα να τον δω…Τους εφέρναν. Ετραουδούσαν. Δυνατά, με θάρρος. Επουμπουρίζαν οι φυλακές. Προπάντος ο δικός μου. Εξεχώριζα τη φωνή του. Ήταν το «ξύπνα καημένε μου ραγιά», που ελέγαν. Εφιληθήκαμεν. Εκράτουν τον τζιαι εκράταν με σφικτά. «Καληνύχτα τζιαι καλήν άυριο γιε μου» του είπα. Έπιασεν με η Εγγλέζα περίλυπη τζι επήρεν με έξω. Έξω που επήα εκατάλαβα τι του είπα. «Καλήν άυριον γιε μου!» Πιον επήρεν με το παράπονο. Έκλαψα…έκλαψα…Έγειρνεν μου νερόν η Εγγλέζα…Δεν θυμούμαι τίποτε άλλο."

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΙΧΑΗΛ:
Ο Χαρίλαος Μιχαήλ είναι ο τρίτος ήρωας που εκτελέστηκε στις 9 Αυγούστου 1956. Ήταν μόλις 20 χρονών. Είχε συλληφθεί μαζί με τον Ζάκο στην ίδια μάχη και καταδικάστηκε με την ίδια κατηγορία. Γεννήθηκε στο κατεχόμενο σήμερα χωριό Γαλήνη το 1936. Γονείς του οι Μιχαήλ Θεοχάρης και Αφροδίτη Μιχαήλ και αδέλφια οι Γιάγκος, Χατζηχαμπής, Ηλίας, Ανδρέας και Μαρία.
Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρία. Όμως όπως γράφτηκε γι΄ αυτόν «αν και έλαβε μόρφωση δημοτικού μονον σχολείου, εις την ψυχήν του αντήχον αι μυστικαί υπαγορεύσεις της εθνικής συνειδήσεως». Εντάχθηκε στον αγώνα της ΕΟΚΑ και υπηρέτησε μαζί με τα αδέλφια του και τον πατέρα του.
Λέγεται ότι τη στιγμή που ο δικαστής ανήγγειλε την θανατική του καταδίκη, ο Χαρίλαος Μιχαήλ στράφηκε συγκινημένος προς τον δικηγόρο υτου και του ψιθύρισε: «Είχα φόβον μήπως ο δικαστής μου εχάριζε την ζωήν, επειδή είμαι νεαρός. Πως θα αντίκριζα τον Ζάκον;»
Ήταν αχώριστος φίλος και στενός συνεργάτης του Ανδρέα Ζάκου με τον οποίο κατέφυγε στο αντάρτικο στις 17 Νοεμβρίου 1955, επανδρώνοντας ανταρτική ομάδα στην περιοχή Γαληνής, αφού είχαν στο μεταξύ κατασκευάσει κρησφύγετα και λημέρια στην ορεινή αυτή περιοχή. Σε ένα μήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 1955, η ομάδα τους συνενώθηκε με την ομάδα του Μάρκου Δράκου για την ενέδρα στο Μερσινάκι, στο 38ο μίλι του δρόμου Λευκωσίας - Κάτω Πύργου, κοντά στους αρχαίους Σόλους. Στην επίθεση οι ήρωες της ΕΟΚΑ Χαρίλαος Μιχαήλ, Ανδρέας Ζάκος, Χαράλαμπος Μούσκος και Μάρκος Δράκος, μαζί με τέσσερις άλλους συναγωνιστές τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον εμπειροπόλεμο ταγματάρχη Κουμπ του αγγλικού στρατού και το δεκανέα Μόρουμ, ο οποίος σκοτώθηκε. Σκοτώθηκε επίσης και ο Χαράλαμπος Μούσκος. Ο Ανδρέας Ζάκος συνελήφθη βαριά τραυματισμένος. Μαζί του συνελήφθη και ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο οποίος δεν θέλησε να εγκαταλείψει τραυματισμένο το φίλο του.
Ο Ζάκος όπως ξέρουμε ζήτησε και άκουε δίσκους κλασσικής μουσικής τις τελευταίες μέρες πριν την εκτέλεση. Ο Μιχαήλ όμως επέμενε να ακούσει δίσκους δημοτικών και λαϊκών τραγουδιών.
Ο ιερέας των φυλακών σημειώνει για τον Χαρίλαο Μιχαήλ: «Ο Χαρίλαος Μιχαήλ ήτο πολύ νεαρός και όσες φορές πήγα κοντά του είχε πάντοτε το χαμόγελο στα χείλη, σαν κάτι το ευχάριστο να περίμενε. Ήτο ολογομίλητος και δεν εφαίνετο ούτε σκυθρωπός ούτε σκεπτικός. Εϊμαι βέβαιος ότι με το ίδιο χαμόγελο ανήλθε και στην αγχόνη».
Λίγο πριν το τέλος, γράφει ο Χαρίλαος Μιχαήλ στους γονείς του:

«Αγαπητοί μου γονείς, όταν θα διαβάζετε το γράμμα μου αυτό, εγώ θα έχω σβήσει για πάντα από τη ζωή. Μη νομίσετε όμως ότι αυτό με λυπεί. Απεναντίας, επειδή γνωρίζω ια ποιον σκοπό θα εκτελεσθώ αισθάνομαι τον ευατόν μου ισχυρόν και γαλήνιον και είμαι έτομος να τα αντιμετωπίσω όλα με αφάνταστη ψυχραιμία. Τι κι αν ζήσω 50 και 60 χρόνια, πάλι θα πεθάνω και μάλιστα άδοξα. Δεν θέλω να λυπάστε καθόλου για μένα…»

Το βράδυ της Τετάρτης, 8 Αυγούστου, λίγες μόνο ώρες πριν από την εκτέλεσή του, καλοδέχτηκε τη μάνα και τον πατέρα του στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας με το τραγούδι “Ξύπνα καημένε μου Ραγιά" και τους αποχαιρέτησε με αυτά τα λόγια:

“Έχω το θάρρος να πατήσω την αγχόνη, πατέρα. Εσύ, μάνα, να το έχεις ευχαρίστηση και να το κρατείς καύχημα που πεθαίνω για την πατρίδα.”

Αναφέρεται ότι την ώρα της εκτέλεσης ένας άγγλος αξιωματικός προσπάθησε να του πει κάτι, τον σταμάτησε λέγοντας: "Έννοια σας, οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουν."

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Ευαγόρας Παλληκαρίδης...Παντοτινό πρότυπο της αγωνιζόμενης μαθητιώσας νεολαίας...


Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 28 Φεβρουαρίου 1938, και ήτο το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Μιλτιάδη Παλληκαρίδη. Ξάδελφος του επίσης απαγχονισθέντα ήρωα της ΕΟΚΑ Στέλιου Μαυρομμάτη.

Σε ηλικία 15 ετών 01 Ιουνίου 1953, κατά τους εορτασμούς της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ, ο Ευαγόρας σκαρφαλώνει σε κολόνα των προπυλαίων του σχολείου του και πετάει κάτω την αγγλική σημαία η οποία ξεσκίζεται και πυρπολείται.

Στις 17 Νοεμβρίου 1955 συλλαμβάνεται για συμμετοχή σε διαδηλώσεις και οδηγείται σε δικαστήριο. Αρνείται ενοχής και αφήνεται ελεύθερος για να δικαστεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο Ευαγόρας όμως δεν περιμένει άλλο. Αφήνει ένα σημείωμα στους συμμαθητές του με τίτλο "Εγερτήριον Σάλπισμα" και τρέχει να ανέβει τα "σκαλοπάτια της λευτεριάς" που τους αναφέρει στο ποίημα του...

Συλλαμβάνεται στις 25 Φεβρουαρίου 1957 μεταφέροντας οπλοπολυβόλο. Στην δίκη με περηφάνια δηλώνει στον Άγγλο δικαστή: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.». Καταδικάζεται εις θάνατον δια απαγχονισμού. Η εντολή του δικαστηρίου εκτελέσθηκε τα μεσάνυχτα της 13 Μαρτίου 1957, στις 12:02 ακριβώς...Λίγο πριν η βροντερή φωνή του έσπασε τη σιωπή της νύχτας και των φυλακών και σε πείσμα των κατακτητών ψέλνει τον Εθνικό Ύμνο...Σε λίγο ακούγεται να βρωντοφωνάζει. «Γεια σας αδέλφια... Γεια σας λεβέντες... Ελπίζω να μαι ο τελευταίος που εκτελούν... Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη γελαστός, αποφασιστικός και υπερήφανος».
Οι συγκρατούμενοι του φωνάζουν. «Θάρρος Παλληκαρίδη, Θάρρος Παλληκαρίδη». Ο ίδιος ανταπαντά:
«Θάρρος έχω πολύ. Αυτή τη στιγμή περνώ την είσοδο του ικριώματος» Απόλυτη ησυχία.. Αυτή τη σιγή σπάζει το τρίξιμο από το άνοιγμα της καταπακτής της αγχόνης. 12:02 ο 18χρονος Βαγορής πέρασε στην αθανασία. Βρήκε την «γη των ηρώων».

Ο αθάνατος ποιητής της ζωής και της λευτεριάς,, έγραφε στο τελευταίο του γράμμα:
«Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα, τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι ωραίο να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί...»

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα,

Μες της κρεμάλας τη θηλιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας .

Η μάνα του ήταν μακριά, κι ο κύρης του δεμένος,

Οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,

Κι η νια που τον ορμήνευε δεν είδε νυχτοπούλι.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,

και στο σχολείο ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι μπαίνουμε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνει κι η πρώτη η άτακτη κι η Τρίτη που διαβάζει

μπαίνει κι η Πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

-Παρόντες όλοι;

-Κύριε ο Ευαγόρας λείπει.

-Παρόντες λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει:

-Σήκω Ευαγόρα να μας πεις Ελληνική Ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι

Αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάνει,

Να πέσουν μ’ αναφιλητά αυτοί κι όλη η τάξη.


-Παλληκαρίδη Άριστα, Ευαγόρα πάντα πρώτος

στους πρώτους πρώτος, άγγελε, πατρίδας δοξασμένης,

συ μέχρι χθες, της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,

και του σχολειού σου σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα’ πε κι απλώθηκε σιωπή πα στα κλαμένα νιάτα,

Που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,

Έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό παντοτινά γεμάτο...

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Γρηγόρης Αυξεντίου: Ο Σταυραετός του Μαχαιρά…



03 Μαρτίου 1957. Ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου (Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού), 29 μόλις ετών, πυρπολείται ζωντανός από τους Άγγλους κατακτητές, όντας εγκλωβισμένος στο κρησφύγετου του, στα βουνά του Μαχαιρά.

Οι τέσσερις σύντροφοι του παραδόθηκαν λίγο πιο πριν, κατ’ εντολή του. Ο ίδιος αποφασισμένος να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Άγγλων και αν χρειαστεί να θυσιαστεί τους είπε επί λέξι:

«Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πως πεθαίνουν».

Η απάντηση στην προσταγή των Άγγλων για να παραδώσει τα όπλα του, βγήκε από τα σπλάχνα της ελληνικής ιστορίας «Μολών λαβέ».

Η μάχη που ακολούθησε άνιση.

Οι ισχυρές δυνάμεις των Άγγλων υπέστησαν όμως πρωτοφανείς απώλειες (πάνω από 40 οι νεκροί, ακόμα περισσότεροι οι τραυματίες). Μετά από 10 ώρες μάχη, την 2αν πρωινή ώρα, περιλούζουν από αέρος με βενζίνη την περιοχή και πυρπολούν το κρησφύγετο.

Το καρβουνιασμένο πτώμα του αναγνώρισε πρώτος ο πατέρας του στο στρατιωτικό νοσοκομείο Λευκωσίας. «Απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του», όπως είπε, «κι από κείνο το χρυσό κωσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του». Βγήκε από το νεκροτομείο χαμογελώντας… Κι όταν ρωτήθηκε από τους οικείους του γιατί γελούσε, κι αν τελικά δεν είναι ο Γρηγόρης, αυτός απάντησε με περηφάνια «Ναι, ο Γρηγόρης είναι.», «Αλλά να μην μας δούνε αυτά τα σκυλιά να κλαίμε». Και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έβαλε τα κλάματα…

Η μάνα του όταν πληροφορήθηκε το μαύρο μαντάτο έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτω απ' το δυνατό σαγόνι της και είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : " Είμαι περήφανη για το γιο μου. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».



Υ.Γ.: Η παρουσία του Προέδρου Χριστόφια στο μνημόσυνο του ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, δηλώνει εμπράκτως την μεταστροφή του ΑΚΕΛ σε ότι αφορά τον αγώνα της ΕΟΚΑ αλλά και σε ότι αφορά την ελληνικότητα της πλειοψηφίας του λαού μας. Κάνει ένα σημαντικό βήμα προς άρση των υπαρκτών-ανύπαρκτων διαφορών και την εθνική συμφιλίωση.

Θα πρέπει να ακολουθήσουν ανάλογα βήματα και από τα δεξιά, ούτως ώστε να κοιτάξουμε με πρώτη στρατηγική την υπεράσπιση την Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, να απαλλαγούμε από την κατοχή. Γιατί παρότι ΝΑΙ "η Κύπρος είναι Ελληνική", υπό τις παρούσες συνθήκες, ΔΕΝ εξυπηρετεί σε τίποτα, μάλλον δε ζημιώνει πολλά, το να το φωνάζεις…

Ο Χριστόφιας τιμά τον Αυξεντίου!



Το γεγονός:

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ΓΓ του ΑΚΕΛ Δημήτρης Χριστόφιας, κατέθεσε στεφάνι στο κρησφύγετο όπου σκοτώθηκε πολεμώντας τους Άγγλους, ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ, Γρηγόρης Αυξεντίου.
Κατά την διάρκεια της κατάθεσης του στεφανιού, νεαροί (και όχι μόνο) παραβρισκόμενοι γιουχάισαν τον Δημήτρη Χριστόφια και φώναξαν συνθήματα εναντίων του θεωρώντας ασέβεια προς το νεκρό την κατάθεση στεφανιού από κάποιον ο οποίος δεν παραδέχεται και δεν τιμά τον αγώνα της ΕΟΚΑ.

Οι δικές μου απόψεις για το θέμα:

- Όλοι ανεξαιρέτως οι εκλεγμένοι ηγέτες του κράτους, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε μαζί τους, πρέπει να τυγχάνουν του απαιτούμενου σεβασμού.

- Η απόδοση τιμών στον υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, ακόμα και από αυτούς που εναντιώθηκαν στον αγώνα, δίνει κύρος και αίγλη τόσο στον ίδιο τον Γρηγόρη Αυξεντίου όσο και στην ΕΟΚΑ γενικότερα.

- Άρα, τα έκτροπα εναντίων του Δημήτρη Χριστόφια, ήταν απαράδεκτα! (Τα καταδίκασαν εξάλλου και οι ίδιοι οι συναγωνιστές του Αυξεντίου).

Απορίες που δημιουργούνται από αυτό το γεγονός:

- Tο ΑΚΕΛ (του οποίου ο Δημήτρης Χριστόφιας είναι ηγέτης) αντιτάχθηκε στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Τιμώντας τον υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, το ΑΚΕΛ παραδέχεται ότι έκανε λάθος; Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε θα πρέπει να το παραδεχτεί δημοσίως! Με τον τρόπο αυτό θα συμβάλει τα μέγιστα στην εθνική ενότητα του κυπριακού λαού!

- Μέχρι πολύ πρόσφατα, κύκλοι του ΑΚΕΛ εξαπέλυαν επίθεση εναντίων της ΕΟΚΑ φτάνοντας στο σημείο να την λασπολογούν χαρακτηρίζοντας την αυτήν «τρομοκρατική οργάνωση» και τους αγωνιστές «δολοφόνους». Μήπως το ΑΚΕΛ δεν συμμερίζεται (πλέον) αυτές τις απόψεις; Αν ναι, καλό θα ήταν να βγει και να το διευκρινίσει δημόσια και να κατακρίνει τους συκοφάντες του αγώνα!

- Το ΑΚΕΛ καταδικάζει και τους οπαδούς της ποδοσφαιρικής ομάδας την οποία στηρίζει και συντηρεί (ομόνοια) όταν στα γήπεδα βρίζουν τραγουδώντας την ΕΟΚΑ και τους ήρωες της (μεταξύ των οποίων και τον Γρηγόρη Αυξεντίου);

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ: "ού περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής"!




«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!»


19 Νοεμβρίου, ο κυπριακός Eλληνισμός τιμά ένα από τα πιο επίλεκτα παιδιά του. Τον Σταυραετό του Πενταδακτύλου, τον Κυριάκο Μάτση, που το ηρωικό του τέλος, το φθινοπωρινό εκείνο μεσημέρι του 1958, δεν ήταν τίποτε άλλο από το επιστέγασμα μιας λαμπρής αγωνιστικής πορείας. Ο θάνατός του στο κρησφύγετο του Δικώμου ήταν η φυσική κατάληξη ενός ιδεολόγου, οραματιστή και αγωνιστή, που μπήκε στο καμίνι των εθνικών αγώνων από τα μαθητικά θρανία.

Ο Κυριάκος Μάτσης είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο αξιοθαύμαστες φυσιογνωμίες του Εθνικο-απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο Μάτσης είχε το χάρισμα να συνδυάζει τον οραματισμό και τον πολιτικό ρεαλισμό με την αγωνιστική διάθεση. Τα στοιχεία αυτά είναι εκ των ων ουκ άνευ στην ανάδειξη των χαρισματικών ηγετών. Η όλη προσωπικότητα του Μάτση διαγράφεται μέσα από τα ίδια τα κείμενά του, πολύτιμη κληρονομιά κι αυτά όπως η θυσία του.

Φιλοσοφημένη προσωπικότητα

Γιος αγροτών από το Παλαιχώρι της Μόρφου, ο Κυριάκος Μάτσης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1926 και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αμμοχώστου το 1945. Στα κοινά άρχισε να συμμετέχει από τα μαθητικά του χρόνια. Η συγκροτημένη και φιλοσοφημένη προσωπικότητά του αρχίζει να φαίνεται από τις πολιτικές του αντιλήψεις, που ακόμη και σήμερα είναι πολύτιμες παρακαταθήκες. Γράφει στο ημερολόγιό του το 1944:

«Να ’σαι τίμιος στις πολιτικές σου αντιλήψεις που πρέπει να πηγάζουν από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που συνεπάγεται καλυτέρεψη της Πολιτείας, που σαν άμεση συνέπεια έχει την της πατρίδας μερικά και του κόσμου γενικά».

Στις 29.6.1945 στην καταληκτήρια τελετή της αποφοίτησης του ως εκπρόσωπος των αποφοίτων του Γυμνασίου Αμμοχώστου αναφέρει για την Ελλάδα και τον Ενωτικό πόθο όλων των Κυπρίων:
"Εμπρός λοιπόν, Ακρίτες των εθνικών μας επάλξεων. Ας της δώσουμε (αναφέρεται στην Ελλάδα) το κάθε τι. Και την ζωή μας ακόμα, γιατί αν πραγματικά μια φορά κανείς πεθαίνει, το να πεθάνει για την Ελλάδα Θεία είναι η δάφνη.
Μη ξεχνάτε ποτέ πως εμείς θα αποτελέσουμε τα αυριανά στελέχη του Ελληνικού Στράτου. Μη ξεχνάτε πως σήμερα η Ελλάδα δεν είναι τίποτε άλλο παρα νεκροθήκη ημιθέων, όπως την απεκάλεσε κάποτε ο Βύρων. Μη ξεχνάτε πως είμαστε Έλληνες.
Και σαν τέτοιοι θα σταθούμε στο ύψος της Ιστορίας μας περήφανοι και αξιοπρεπείς. Ας σταθούμε περήφανοι κι εμείς οι υπόδουλου Κύπριοι γιατί έχουμε αναφαίρετο το δικαίωμα αυτό. Και εμείς πολεμήσαμε πλάι στους άλλους Έλληνες. Χαρήκαμε μαζί τους τις χαρές, κλάψαμε μαζί τους στες συμφορές.
Το αίμα μας χύθηκε με το άλλο Ελληνικό αίμα, για να ποτίσει το πλατύφυλλο δένδρο της λευτεριάς, το δένδρο που στοιχειώνει και θεριεύει και μεγαλώνει, έτοιμο να απλώσει την ευεργετική του σκιά και στη μικρή μας πατρίδα.
Όπως δε όλα τα σκλαβωμένα ελληνικά μέρη έτσι και μεις θα βροντοφωνάξουμε το «άνοιξε μάνα μας γλυκιά, την άφθαρτη αγκαλιά σου κι αγκάλιασε μας τα φτωχά τα μαύρα τα παιδία σου» και με λαχτάρα θα καρτερούμε την ώρα του τέλους της πολύπλαγκτης Οδύσσειάς μας»".


Και τα λόγια του αυτά στάθηκαν ιδιαίτερα προφητικά για τη γενιά του αλλά και για το μέλλον της Ελληνικής Κύπρου. Ο ίδιος όπως και πολλοί συναγωνιστές του, ο φίλος του Γρηγόρης Αυξεντίου τίμησαν τα λόγια αυτά, τίμησαν το προαιώνιο αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με τη μάνα Ελλάδα.

Δεν ήταν μόνο πολιτικά ώριμος ο μαθητής Κυριάκος. Έτρεφε ταυτόχρονα και μια απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Προτού φθάσει την ηλικία των 18, ο νεαρός απόφοιτος του Γυμνασίου Αμμοχώστου σημειώνει στο ημερολόγιό του στις 13 Ιανουαρίου 1944, έξι ολόκληρα χρόνια πριν από την έγκριση από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών της «Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου»:

«Ιδού τα δικαιώματα του ανθρώπου: 1. Το δικαίωμα της ζωής. Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους μα μπροστά στο νόμο είναι ίσοι. 2. Η προστασία των ανηλίκων. 3. Το καθήκον και η ελευθερία. 4. Το δικαίωμα του να κερδίζεις χρήματα. 5. Το δικαίωμα της περιουσίας. 6. Η ελευθερία της κυκλοφορίας. 7. Το δικαίωμα της εκπαίδευσης. 8. Ελευθερία σκέψεως και λόγου. 9. Ατομική ελευθερία. 10. Προστασία κατά της βίας».

Όπως φαίνεται και στην ομιλία του της 28ης Οκτωβρίου 1944, η λατρεία του για την Ελλάδα είναι τόσο μεγάλη ώστε οραματίζεται την Τρίτη μεγάλη προσφορά της Ελλάδος στην ανθρωπότητα. Μιλά για τον τρίτο Ελληνικό πολιτισμό, μετά την κλασσική αρχαιότητα και το Βυζάντιο.

Στις 12 Οκτωβρίου 1946 ο Μάτσης φεύγει από την Κύπρο, όπου με υποτροφία της Κυπριακής Αγροτικής Εταιρείας θα σπουδάσει γεωπόνος στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ήταν γόνος αγροτικής οικογένειας, που μοχθούσε και πότιζε καθημερινά με τον ιδρώτα της τη γη της Πιτσιλιάς. Γι’ αυτό ο Μάτσης αγάπησε τη γη και ήθελε να είναι αφέντες της αυτοί που τη δούλευαν. Γράφει σε φίλο του το 1958:

«Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι για Έλληνες, Εβραίοι για .……. Εκείνο που έχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους και να περπατούν πάνω της ελεύθεροι, διαφεντευτές της, κυρίαρχοί της. Ν’ αναπνέουν περήφανοι τον αέρα της που να ’ναι αέρας δροσιάς, ομορφιάς, λεβεντοσύνης. Όχι πνίχτης»…

Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Στις 8 Δεκεμβρίου 1946 γίνεται η νενομισμένη τελετή της εισδοχής του στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Λίγους μόνο μήνες μετά, ο Μάτσης γίνεται ενεργό στέλεχος της Μορφωτικής Ένωσης Εθνικοφρόνων Φοιτητών. Αρχίζει τη διοργάνωση εξορμήσεων στη βορειο-ελλαδική ύπαιθρο, με σκοπό την ανύψωση του ηθικού των κατοίκων της υπαίθρου που υπέφεραν από τον εμφύλιο πόλεμο, καθώς και την εμψύχωση του ελληνικού στρατού. Στη Μακεδονία ανέπτυξε μεγάλη δράση και χάρη στα ρητορικά του προσόντα διακήρυττε τις απόψεις του για την Κύπρο. Για αυτό το έργο ονομαζόταν "Το αηδόνι της Κύπρου".
Ο Κυριάκος Μάτσης γίνεται φλογερός κήρυκας των εθνικών δικαίων. Δεν λησμονούσε την αποικιοκρατούμενη Κύπρο και την ανάγκη της Ένωσής της με τον εθνικό κορμό.

Σε αυτούς που του έλεγαν ότι η Ελλάδα είναι φτωχή και κατεστραμμένη, ενώ η Αγγλία είναι μια πλούσια αυτοκρατορία, απαντούσε με πάθος:

«Προτιμούμε τα ράκη της μητρός Ελλάδος, παρά την πορφύραν της μητρυιάς».
Στη φοιτητική συγκέντρωση-διαμαρτυρία που έγινε στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για τη συμπεριφορά των 4 μεγάλων δυνάμεων έναντι στις εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδος, η ομιλία του Κυριάκου Μάτση όπως γράφουν οι «Ακρίτες του Βορρά» συνοδεύτηκε από παρατεταμένα χειροκροτήματα και τη ρυθμική κραυγή:
"ΕΝΩΣΗ, ΕΝΩΣΗ ΚΥΠΡΟΣ, ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ"

Τον Ιούλιο του 1947 γράφει ένα προφητικό κείμενο στο ημερολόγιό του:
«καποιοι θέλουν προδοτικά να συμμετάσχουν στη Διασκεπτική συνέλευση του Κυβερνλητη, που θα καταστρώσει το σύνταγμα της Κύπρου, το σχοινί που θα σφυκτοδέσει τον Κυπριακό λαό μακρυά από τη μάνα του». Λόγια προφητικά που συνέβησαν το 1960 οπόταν προδόθυκε το όραμα της ένωσης και οι θυσίες των ηρώων της ΕΟΚΑ με το δοτό σύνταγμα.
Ο Κυριάκος Μάτσης όπως αναφέραμε και πριν δεν νοιαζόταν μόνο για την Ένωση της Κυπρου με την Ελλάδα αλλά ανησυχούσε και για τα άλλα φλέγοντα θέματα του Ελληνισμού. ΄Ετσι το Δεκέμβριο του 1947 γράφει στο ημερολόγιό του:
«Φεύγει ακόμα ένα χρόνος. Και ταλαιπωρημένη η ανθρωπότης αγκομαχά κάτω από μια αναταραχή τρομερή, μέσα σε μια τεραστία σύγχυση πνευμάτων. Ιδιαίτερα η πατρίδα μας κάτω από την ανταρτική δράση των κομμουνιστών, με ματωμένο το μέτωπο αγωνίζεται για να διασώσει τη Μακεδονία από τα χέρια των Βουλγάρων, που νομίζουν ότι είναι δυνατόν να πάρουν τη Θεσσαλονίκη. Τότε μόνο θα γίνει αυτό, όταν πτώματα τα κορμιά μας τα πατήσουν».

Άνθρωπος χωρίς παρωπίδες και φανατισμούς, ο Μάτσης είχε το θάρρος και την παρρησία να παρουσιαστεί το 1948 ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης και να υπερασπιστεί τον συμπατριώτη και συμφοιτητή του Γιάννη Δρουσιώτη, ο οποίος ανήκε στο αντίθετο ιδεολογικό στρατόπεδο. Γράφει στις 24 Ιουνίου 1948:

«Εμαθα στη ζωή να αγαπώ και να εκτιμώ τους ιδεολόγους αγωνιστές που ξέρουν να αγωνιστούν για ένα ιδανικό, αδιάφορο ποιο είναι αυτό, αρκεί να το πιστεύουν. Και ο Γιάννης Δρουσιώτης το πίστευε».

«Μόνο όταν το συμφέρον το ατομικό σταματήσει να κινεί το λογισμό μας σε κάθε μας πράξη, μόνο όταν ο καθένας εργάζεται για το σύνολο και τον εαυτό του, μόνον τότε η ανθρωπότης μπορεί να βρει το δρόμο της».

Νεαρός φοιτητής παλεύει συχνά στο συναίσθημα και στη λογική, ανάμεσα στην πλάνη και στην αλήθεια. Μένει πιστός στο αληθινό, το οποίο υπόσχεται να υπηρετήσει και να αγωνιστεί γι’ αυτό. Γράφει στις 16.4.47:

«Η σημαία για την οποίαν έδωκα όρκο να υπηρετήσω είναι η ΑΛΗΘΕΙΑ. Θα της μείνω πιστός και θ’ αγωνίζομαι για το ΦΩΣ και την ΑΛΗΘΕΙΑ».

Και όταν πρόκειται για την αλήθεια, ο Κυριάκος Μάτσης δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε και στον εαυτό του. Εξετάζει διαρκώς το βίο και τη συμπεριφορά του. Θέλει να έχει έλεγχο του συγκινησιακού του κόσμου και αγωνιωδώς διερωτάται:

«Δύο χρόνια κύλησαν. Στέκομαι στο ύψος μου; Πάντως όμως κάθε ένας πρέπει να είναι αυστηρός με τον εαυτό του και να εφαρμόζει αυτοέλεγχον. Γι’ αυτό νομίζω ότι σε πολλούς τομείς έκαμα δίκια και ειλικρινά το καθήκον μου, θυσιάζοντας κάποτε και τη ζωή μου, ενώ σε άλλους τομείς υστέρησα εις ασυγχώρητον βαθμόν. Αυτά τα κενά πρέπει να τα συμπληρώσω».

Από την 1η Ιουλίου μέχρι την 29η Νοεμβρίου 1951 ο Κυριάκος Μάτσης βρίσκεται στην Κύπρο και ασχολείται με τη συγγραφή της πτυχιακής του διατριβής, που έχει ως θέμα: «Γενική μελέτη του χωρίου Παλαιχωρίου Λευκωσίας (Κύπρου) και ειδική τής εν αυτώ αμπελοκαλλιέργειας.

Στις 2 Ιουνίου 1952 λαμβάνει τον τίτλο του Γεωπόνου. Βαθμός Πτυχίου «Λίαν Καλώς».

Στην ΕΟΚΑ

Εγκαταλείπει την Ελλάδα είκοσι έξι ημέρες αργότερα και επιστρέφει στην Κύπρο. Αρχίζει να εργάζεται στο μεγάλο αγρόκτημα του θείου του Π. Ιωάννου στα Κούκλια. Ο επιστήμονας-γεωπόνος προσφέρει τις γνώσεις του στην ανάπτυξη της παραγωγής του αγροκτήματος.

1η Απριλίου 1955 αρχίζει ο Εθνικο-απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ. Γράφει ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής στα απομνημονεύματά του:

«Ο Μάτσης εκ των πρώτων κατετάγη εις την Οργάνωσιν. Στρατιώτης του καθήκοντος, αγνός και τίμιος, υπόδειγμα, εις τους υφισταμένους του εμψυχωτής, εισήλθεν εις τον αγώνα με την φλόγα της αυτοθυσίας και την δίψαν να επιτελέσει έργον μεγάλο».

Το Αγρόκτημα των Κουκλίων όπου εργαζόταν ο Κυριάκος Μάτσης γίνεται αγωνιστικό κέντρο. Το Land-Rover της εταιρείας με αριθμούς εγγραφής R372 χρησιμοποιείται για μεταφορά οπλισμού, βομβών, πυρομαχικών και άλλου επαναστατικού υλικού με οδηγό τον Μάτση, που αψηφούσε το θάνατο. Η αυτοθυσία ήταν ταυτόσημη με την αγωνιστική του ύπαρξη.

Με την κατηγορία ότι ανήκει στην ΕΟΚΑ, ο Κυριάκος Μάτσης συλλαμβάνεται από τους Άγγλους στις 9 Ιανουαρίου 1956 και τον αποστέλλουν στα ανακριτήρια της Ομορφίτας. Γνωρίζουν ότι είναι σημαντικό στέλεχος της Οργάνωσης και ότι έχει στενή επαφή με τον Διγενή. Με την παρρησία που τον διέκρινε, δεν το αρνιέται. Οι διαβόητοι ανακριτές Ρόμπινσον, ΜακKάουαν και Χάρις τον ανακρίνουν, αλλά ο Μάτσης τούς μιλά για τις παραδόσεις των Ελλήνων, για τη μοίρα της πονεμένης Ρωμιοσύνης, για το χρέος να αγωνισθεί κανείς για την ελευθερία και δεν μένει μέχρις εκεί. Αντιστρέφει την πορεία των ανακρίσεων και τους ρωτά με θάρρος:

«Εσάς ποιος είναι, όμως, ο ρόλος και η αποστολή σας; Γιατί βρίσκεστε σε έναν τόπο που δεν σας θέλουν; Τι θα κάνατε εσείς αν ήσασταν στη δική μου τη θέση; Απαντήστε μου».

Τέτοια αξιοπρέπεια και τέτοια πρόκληση δεν την περίμεναν οι στυγνοί ανακριτές. Γι’ αυτό θα τον απομονώσουν και θα υποστεί τα φρικτότερα των βασανιστηρίων: Κτυπήματα, αϋπνία, ηλεκτροσόκ, αδιάλειπτες και επί εικοσιτετραώρου βάσεως ανακρίσεις. Σε καμία όμως περίπτωση η ψυχή του δεν λυγίζει. Παραμένει γενναίος και ατρόμητος.

Ο ιδεολόγος, ο ιδεαλιστής απορρίπτει τον υλισμό και θέτει την αρετή και την πατρίδα πάνω απ’ όλα. Ο Στρατάρχης Χάρτινγκ επιχειρεί να τον εξαγοράσει για να καταδώσει τον Διγενή, με το μυθικό για την εποχή εκείνη ποσό του μισού εκατομμυρίου λιρών. Ο Κυριάκος Μάτσης, όμως, δίνει μάθημα αγωνιστικής αρετής στους βασανιστές του και είχε το θάρρος να βροντοφωνάξει κατάμουτρα στον σκληρό αποικιοκράτη Χάρτινγκ, κτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι:

«Εξοχότατε, ού περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής. Λυπούμαι, διότι με έχετε προσβάλει με την πρότασή σας».

Ο κυβερνήτης αποχώρησε αμέσως και εκτιμώντας το ήθος του Μάτση, έδωσε εντολή να σταματήσουν τα βασανιστήρια που του έκαναν. Ο Μάτσης μεταφέρεται στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς, όπου τον Απρίλιο του 1956 μετά την εξορία του Μακαρίου γίνονται ουσιαστικές συνομιλίες λύσης του Kυπριακού εντός των κρατητηρίων. Ο Μάτσης συνομιλούσε με τους ανακριτές, το βοηθό κυβερνήτη Sinclair και τον Redaway. Κατάφερε να βελτιώσει τους όρους της συμφωνίας Μακαρίου – Χάρτινγκ σε σημαντικά σημεία και πίστευε στη σύντομη λύση του Kυπριακού. Έθετε τα πάντα υπόψη του Διγενή, ο οποίος όμως θεώρησε ότι δεν μπορούσε από μόνος του να υπογράψει ή να δώσει τη συγκατάθεσή του για τη λύση και το πολιτικό μέλλον της Κύπρου.

Την 1η Μαΐου ο Διγενής στέλνει στον Μάτση με το ψευδώνυμο «Μιλτιάδης» την περίφημη «Διαταγή», στην οποία του ανέθετε όρους πως ο ένοπλος αγώνας θα λήξει μόνο όταν επιτευχθεί συμφωνία και διαπραγματεύσεις δύνανται να γίνουν μόνο με τον Μακάριο, όταν αυτός αφεθεί ελεύθερος.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1956, ο Κυριάκος Μάτσης δραπετεύει από τα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς και διορίζεται Τομεάρχης της επαρχίας Κερύνειας. Ως αντάρτης καταζητούμενος δεν χάνει την επαφή με τους φίλους και συγγενείς του. Γράφει τον Φεβρουάριο του 1958 στο νεαρό εξάδελφό του Συμεών Μάτση:

«… Είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πέτρα την καρδιά, για να σταθούμε άξιοι του χρέους μας. Δοκίμασα πιο έντονο τον πειρασμό όταν περαστικός για λίγες μέρες από το χωριό ήμουν υποχρεωμένος να μην πάω να δω τους δικούς μου. Ήταν βέβαιο πως κάποτε θα τους ρωτούσαν αν με είδαν και έπρεπε να λεν «όχι» και να μπορούν να ορκιστούν γι’ αυτό. Μα έτσι θα είναι και πιο έντονη η χαρά όταν βρεθούμε τη μέρα της ΝΙΚΗΣ. Αν όμως η επιταγή της πατρίδας μάς φυλάξει μια άλλη μοίρα, τότε θ’ αγάλλεται η ψυχή μας απ’ τα ουράνια σαν συντροφιαστά με τα άλλα αδέλφια στον μεγάλο γιορτασμό θα πανηγυρίσουμε».

Το τελευταίο φθινόπωρο της ζωής του ο Μάτσης χαράζει στο χαρτί απαισιόδοξους στίχους, λες και τραγουδούσε τον ίδιο το θάνατό του:

«Παράξενο το μίλημα των λουλουδιών που σπέρνουμε στους τάφους

Λουλούδια παν στο μνήμα των να σπείρης θέλεις,

Τώρα που των ιδεών το άνθισμα θάφτηκε μέσ’ το χώμα;

Σπείρε τα.

Πιο δυνατά θα πεταχτούν και πι’ όμορφα θα λάμπουν

σαν απ’ το χέρι σου, κυρά, καλή φροντίδα θα ’βρουν.

Κι όσο φουντώνει η φυλλωσιά και πιο πολύ φυτρώνει

τόσο και πιο πολύ βαθιά η ρίζα των θ’ απλώνει

ώσπου να φτάσει στο κορμί κάτω που θα σαπίζει

πιο περισσά για να τραφή και πιο πολύ ν’ ανθίζει».



Επιστέγασμα των αγώνων του Κυριάκου Μάτση ήταν όταν μέσα από το κρησφύγετό του στο Δίκωμο, βροντοφώναξε στη μία και τριάντα το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1958:

«Όχι. Δεν παραδίδομαι. Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας».

Περικυκλωμένος στο ασφυκτικό κρησφύγετό του δεν είχε άλλη εκλογή παρά να πεθάνει. Ο ίδιος δεν είχε αφήσει στην ψυχή του κανένα ηθικό περιθώριο για εκλογή. Ήταν έτοιμος για το θάνατο. Τον είχε προβλέψει στα γράμματά του, τον είχε αναλύσει στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τον είχε με σιγουριά καταγράψει στο ημερολόγιό του, τον είχε τραγουδήσει. Είχε υπογραμμίσει στο βιβλίο «Σιδηρά Διαθήκη» του Δημητρακοπούλου:

«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!».

Τρία πράγματα σκέφτηκε να κάνει: να κάψει τα έγγραφα της ΕΟΚΑ, να διώξει τους δύο συντρόφους του και να γεμίσει το όπλο του. Οι Άγγλοι αν και πολύ περισσότεροι φοβήθηκαν και προτίμησαν τη σιγουριά της ρίψης χειρομβοβίδων. Ο Μάτσης κείτονταν διαμελισμένος από την έκρηξη της χειροβομβίδας στο μικρό του κρυσφήγετο του, αλλά η ψυχή του είχε βρει τη θέση της στο πάνθεον των ηρώων.
Έντεκα μήνες πριν από το πέρασμα τού Μάτση στην αθανασία, σε επιστολή προς τους γονείς του, φανερώνει το πώς θα αντιμετώπιζε το τελευταίο προσκλητήριο της πατρίδας:

«Πιστεύουμε ότι κάθε θυσία μας δεν πηγαίνει άδικα και εσείς να είστε περήφανοι για μας. Αν ο καλός Θεός μας επιφυλάσση την λαμπράν τύχη να δώσωμεν την ζωήν μας για την πατρίδα, τότε η χαρά σας πρέπει να είναι απέραντη. Δεν ξέρω αν μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος καλύτερη τύχη από αυτήν. Και δεν μπορώ να σκεφθώ γονείς που να είναι πιο περήφανοι παρά για τα παιδιά τους που έπεσαν για την πατρίδα».

Ο λόγος του Μάτση είναι λόγος διαχρονικός, γιατί πηγάζει από αξίες οικουμενικές, οι οποίες έχουν ως κέντρο αναφοράς τους τον άνθρωπο. Ο Κυριάκος Μάτσης αντιτάχθηκε και με την γραφίδα του, αλλά και με το όπλο του σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού και καταπίεσης. Η πίστη του στην ελευθερία και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια στάθηκαν οι παντοτινοί σύντροφοί του. Με ακλόνητη πίστη στην ΈΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα, αγωνίστηκε και ως φοιτητής αλλά κυρίως ως αγωνιστής της ΕΟΚΑ ενσυνείδητα για να πραγματοποιήσει την «ανάγκη» αυτή του Κυπριακού Ελληνισμού. Αλλά δεν στεκόταν μόνο σ΄ αυτό . Όπως μαρτυρούν οι συναγωνιστές του, μετά την πραγματοποίηση της Ένωσης έβλεπε πιο μακριά, την Βόρειο Ήπειρο, τους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως και της Μικράς Ασίας. Ο Μάτσης ήταν ένας συνειδητός ιδεολόγος της Ένωσης αλλά και της πραγματοποίησης όλων των Εθνικών διεκδικήσεων.